Archive for the ‘ποιήματα’ Category

Οι Δέκα Εντολές του Ράσελ

1. Μην αισθάνεσαι απολύτως σίγουρος για τίποτα.

2. Μη νομίζεις ότι αξίζει να προχωρήσεις στην απόκρυψη αποδεικτικών στοιχείων, γιατί τα στοιχεία σίγουρα θα έρθουν στο φως.

3. Ποτέ μην προσπαθείς να αποθαρρύνεις τη σκέψη, γιατί είναι σίγουρο ότι θα επιτύχεις.

4. Όταν σου εναντιωθούν, ακόμα και αν είναι η ίδια η οικογένειά σου, προσπάθησε να το ξεπεράσεις με επιχειρήματα και όχι με αυθεντία, γιατί μια νίκη που βασίστηκε στην αυθεντία δεν είναι πραγματική, είναι απατηλή.

5. Μην έχεις κανένα σεβασμό για την αυθεντία (δικαιοδοσία/εξουσία/αρχή) των άλλων, γιατί πάντα υπάρχουν αντίθετες αυθεντίες που μπορούν να βρεθούν.

6. Μη χρησιμοποιείς εξουσία για να καταπιέζεις απόψεις που νομίζεις επιβλαβείς, γιατί αν το κάνεις, οι απόψεις θα καταπιέσουν εσένα.

7. Μη φοβάσαι να είσαι εκκεντρικός στην άποψή σου, γιατί κάθε «άποψη» που είναι τώρα αποδεκτή ήταν κάποτε εκκεντρική.

8. Βρες περισσότερη ευχαρίστηση στην ευφυή διαφωνία από την παθητική συμφωνία, γιατί, αν εκτιμάς την ευφυΐα όπως θα έπρεπε, η πρώτη συνεπάγεται βαθύτερη συμφωνία από τη δεύτερη.

9. Να είσαι σχολαστικά φιλαλήθης, ακόμα και αν η αλήθεια είναι άβολη, γιατί είναι πιο άβολο όταν προσπαθείς να την κρύψεις.

10. Μην αισθάνεσαι ζήλεια για την ευτυχία αυτών που ζουν σε παραδείσους ανόητων, γιατί μόνο ένας ανόητος θα νόμιζε ότι αυτό είναι ευτυχία.

Ο Μπέρτραντ Άρθουρ Γουίλιαμ Ράσελ (18 Μαΐου 1872 – 2 Φεβρουαρίου 1970) ήταν Βρετανός φιλόσοφος, μαθηματικός και ειρηνιστής. Έκανε κριτική στα πυρηνικά και στην εισβολή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ. Το 1950 κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Απεχθανόταν κάθε είδους φανατισμό και η δήλωσή του είναι χαρακτηριστική: «Δεν θα πέθαινα ποτέ για τις ιδέες μου, γιατί μπορεί να έκανα λάθος».

Πηγή: doctv.gr

Advertisements

«Όσο μπορείς»

Posted: Δεκέμβριος 6, 2013 in ποιήματα, Ζωή, Video

Μια παραγωγή του Αρχείου Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση σε σενάριο Σοφίας Βγενοπούλου και σκηνοθεσία Γρηγόρη Ρέντη. Το «Όσο μπορείς» είναι εμπνευσμένο από το ομότιτλο ποίημα του Κ. Π. Καβάφη. Γυρίστηκε στο Διαπολιτισμικό Γυμνάσιο Αθηνών.

Κρυώνω… GreekRiot

Posted: Μαρτίου 5, 2013 in ποιήματα, Ελλάδα

Κρυώνω…

GreekRiot

Είμαστε η γενιά που θα μας οικτίρουν οι νεοφιλελέδες μεσόκοποι

επειδή δεν ξέρουμε την τεχνική του πώς να χωνεύεις

τα κάρβουνα για μαγκάλι.

Οι αναθυμιάσεις του μαγκαλιού απλώθηκαν από τη Λάρισα σ’ ολόκληρη τη χώρα.

Μπήκαν μέσα στις παγωμένες σχολικές αίθουσες που τα παιδιά τουρτούριζαν χωρίς θέρμανση και, ευκαιρίας δοθείσης, ο προς αξιολόγηση δάσκαλος τους εξηγούσε τις βλαπτικές συνέπειες του μονοξειδίου του άνθρακα και τις τονωτικές επιδράσεις του κρύου. Γιατί από κάθε γεγονός πρέπει να κρατάς την ουσία και το ηθικόν δίδαγμα. Καλά πάμε, είπαν και αποχώρησαν.

Πέταξαν πάνω από τα κουτιά των άστεγων, που εκείνη την ώρα έκαιγαν τουρτουρίζοντας δυο λάστιχα, μα δεν είχαν λόγο να σταθούν. Ο αέρας τρύπωνε από παντού και αραίωνε τις λιποθυμικές τάσεις. Και πάλι το ηθικόν δίδαγμα σε αρχαιοπρεπή μάλιστα έκδοση. «Ουδέν κακόν, αμιγές καλού». Τυχεροί!

Τρύπωσαν στο πένθιμο σπίτι ενός από τους τρεις χιλιάδες αυτοκτονημένους, μα κι εκεί ένοιωσαν περιττές. Η θηλιά στο ταβάνι, η πεταμένη καρέκλα στο πάτωμα κι εκείνο το γράμμα «δεν αντέχω άλλο», είχαν το σουρεαλισμό μιας παγωμένης φωτογραφίας που δεν τη διαπερνά πια ούτε ο μολυσμένος αέρας.

Τι κρύο!

Πέταξαν πάνω από τις ουρές των άρρωστων που περίμεναν υπομονετικά το γενόσημο και αισθάνθηκαν μειονεκτικά. Οι υπερτασικοί έπεφταν, έτσι κι αλλιώς,  σε υπογλυκαιμικό κώμα από τα αντιυπερτασικά γενόσημα και οι καρκινοπαθείς έλιωναν αβοήθητοι. Έπειτα άκουσαν και τη δήλωση του Σαλμά για την εξυγίανση του ΕΟΠΥΥ και σκέφτηκαν πως αυτός τα καταφέρνει και μόνος του.

Βρέθηκαν ύστερα σε μια σχολή  υγιούς πατριωτικής διαφώτισης, όπου αναλφάβητοι χρυσαυγίτες μάθαιναν, σε παιδάκια εθνικόφρονων οικογενειών, γράμματα χασάπη, μαχαιροβγάλτες δίδασκαν ιστορίες μισαλλοδοξίας και τρόμου, είχαν εκεί κι ένα φούρνο, όπου παρέδιδαν συνταγές κρεματόριου και το κρυφό αυτό σχολειό έβγαζε τέτοια μπόχα, που και οι αναθυμιάσεις του μονοξείδιου έφυγαν τρέχοντας, για να μη ψοφήσουν.

Κρυώνω!

Προσπάθησαν μετά να μπουν στο πρωθυπουργικό μέγαρο, σε μια απέλπιδα απόπειρα, αφού από μακριά ακουγόταν, μεγαλόπρεπος ο λέβητας του καλοριφέρ και το βουητό των κλιματιστικών,  προσφέροντας την αναγκαία θαλπωρή στην εκπόνηση σχεδίων για τη σωτηρία της χώρας. Έπειτα άκουσαν και τη δήλωση του τρίτου και μακρύτερου σκέλους της τρικομματικής κυβέρνησης πως «δεν μασάει η κατσίκα ταραμά» και αποχώρησαν, μην τις καταπιεί κι αυτές αμάσητες.

Συνέχισαν το δρόμο τους ως το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ μα και πάλι δεν είχαν λόγο ύπαρξης. Όχι μόνο γιατί ο χώρος κλιματιζόταν στο φουλ αλλά γιατί εκεί ήταν συγκεντρωμένοι πολλοί, ήδη καμένοι, εγκέφαλοι. Έπειτα άφησαν να λειτουργήσουν απρόσκοπτες οι δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις που εκλύονταν από το  λόγο του βασιλιά καρνάβαλου. «σήμερα που αρχίζει το συνέδριό μας η ελληνική κοινωνία, ο λαός, ο πολίτης είναι εδώ παρών με τις αγωνίες και τις προτεραιότητές του. Αυτόν σκεφτόμαστε, γι’ αυτόν αγωνιζόμαστε, σε αυτόν απευθυνόμαστε».

Πολύ κρύο εφέτος!

Για το προεδρικό μέγαρο ούτε που το σκέφτηκαν. Όλοι το ξέρουν καλά, ακόμα και τα μονοξείδια, πως το φρούριο αυτό της δημοκρατίας είναι απόρθητο και αδιαπέραστο. Έπειτα συνομιλούσαν με τη γέρικη δημοκρατία οι τρεις αρχηγοί και από τις καμινάδες του μεγάρου εκλυόταν ένα επισκοπικό μύρο από τα λόγια του Κουβέλη, μια μάγκικη αποφορά από τα στιβαρά χείλη του πρωθυπουργού και μια τσίκνα καμένου λίπους από τον έτερο των τριών.

Και να τες ξανά, οι δολοφονικές αναθυμιάσεις, πάνω από ένα κανάλι. Κανάλι, όχι μαγκάλι, που λέει και ο Χατζηστεφάνου. Γινόταν, εκείνη την ώρα, σύσκεψη των βασικών διαφωτιστών για το πώς θα χειριστούν  κι αυτό το θανατικό, χωρίς πολλές-πολλές αιτιάσεις. «Εσύ, Όλγα, φόρα το πιο παγερό σου βλέμμα και την πιο ανέκφραστη φωνή μιας κοινότυπης ανακοίνωσης. Εσύ, Γιάννη, σούφρωσε απλά, με σκεπτισμό, τα χείλη κι εσύ Παύλο, ως πάλαι ποτέ αριστερό άλλοθι κάθε βρωμικού ξεπλύματος, σχολίασε μονολεκτικά,  με μια δόση παρηγορητικής συμπάθειας, «θλιβερό».

Από τις περιπτώσεις, δηλαδή,  που και τα μονοξείδια ωχριούν και απέρχονται.

Πέταξαν πάνω από το τελευταίο μπλόκο των αγροτών. Εδώ θα μπορούσε να γίνει κάτι. Είχαν ανάψει φωτιές για να ζεσταθούν και ήταν εύκολος στόχος. Εξάλλου τα μονοξείδια ήξεραν καλά πως, έτσι κι αλλιώς, τους είχαν για πέταμα. Θα κάναμε καλή δουλειά, σκέφτηκαν, αν ήταν σε κλειστό χώρο. Όμως από πάνω τους ήταν ο ανοιχτός ουρανός και τρέχανε τα σύννεφα και οι βοριάδες και διαλυόντουσαν ανήμπορα τα μόρια των μονοξειδίων.

Τράβηξαν κατά τις Σκουριές. Όχι τις αρχαίες. Τις νέες και λαμπίζουσες του χρυσοφόρου Εldorado. Κάτι κωλόπαιδα, ανθέλληνες παρεμπόδιζαν τις επενδύσεις και την ανάπτυξη της χώρας. Το ήθελαν το μονοξείδιο τους αλλά τους άφησαν στη μοίρα του flash roasting που δεν εκπέμπει απλά μονοξείδια. Θα μάθαιναν αυτοί καλά από τα διοξείδια του θείου και τα συμπυκνώματα αρσενοπυρίτη. Πόσο θα παίξουν κρυφτούλι με το άσθμα και τον καρκίνο; Οι αναθυμιάσεις του μονοξειδίου υποκλίθηκαν με σεβασμό στους ανώτερους και αποχώρησαν.

Έχω ξεπαγιάσει. Δε νοιώθω καν τα δάχτυλά μου. Καταπίνω και το σάλιο μού στέκεται στο λαιμό σαν παγάκι. Σκέφτομαι τις μάνες και τουρτουρίζω. «Μη φύγεις, γιε μου, στα καράβια. Να σπουδάσεις. Θα αλλάξουν τα πράγματα. Θα δεις». Τυλίγομαι με μια κουβέρτα. Τίποτα. Ακούω από μίλια μακριά τη νεκροκαμπάνα και τουρτουρίζω. Κάνω να κλάψω κι από τα μάτια μου, αντί για δάκρυα, βγαίνουν δυο παγωμένοι σταλακτίτες.

Έχω γίνει μια σπηλιά.

Νίνα Γεωργιάδου

http://www.youtube.com/user/ninageor